Η κρίση εμπιστοσύνης στη δημοκρατία δεν είναι πρωτίστως πρόβλημα επικοινωνίας. Δεν θα λυθεί με περισσότερες καμπάνιες, δημοσκοπήσεις ή ψηφιακές πλατφόρμες «διαβούλευσης». Είναι βαθύτερο πρόβλημα πολιτικής ισχύος.

Ο πολίτης ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά στο διάστημα ανάμεσα στις εκλογές αισθάνεται συχνά ότι δεν μπορεί να επηρεάσει όσα καθορίζουν την καθημερινότητά του: πού θα γίνει ένας παιδικός σταθμός, ποιο σχολείο θα επισκευαστεί πρώτο, ποια γειτονιά θα αποκτήσει ασφαλή πεζοδρόμια, πού θα κατευθυνθούν οι πόροι για κοινωνική φροντίδα ή αντιπλημμυρική προστασία.

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ είναι αποκαλυπτικά. Το 69% όσων αισθάνονται ότι έχουν λόγο σε όσα κάνει η κυβέρνηση δηλώνει εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση. Μεταξύ όσων θεωρούν ότι δεν έχουν λόγο, το ποσοστό πέφτει στο 22%.

Η εμπιστοσύνη, επομένως, δεν επιστρέφει επειδή η εξουσία εξηγεί καλύτερα τις αποφάσεις της. Επιστρέφει όταν ο πολίτης βλέπει ότι μπορεί να τις επηρεάσει.

Αυτό είναι το επόμενο βήμα της δημοκρατίας: από τη δημοκρατία της γνώμης στη δημοκρατία της επίδρασης.

Στην Ελλάδα έχουμε μάθει να ονομάζουμε συμμετοχή σχεδόν κάθε διαδικασία στην οποία ζητείται από τον πολίτη να εκφράσει άποψη. Διαβουλεύσεις, ερωτηματολόγια, ηλεκτρονικές πλατφόρμες, συναντήσεις. Όλα μπορεί να είναι χρήσιμα. Αν όμως ο προϋπολογισμός, οι προτεραιότητες και οι αποφάσεις δεν αλλάζουν ποτέ, η συμμετοχή καταλήγει άλλοθι.

Δεν λείπει η γνώμη του πολίτη. Λείπει η υποχρέωση της εξουσίας να απαντήσει.

Γι’ αυτό ο συμμετοχικός προϋπολογισμός έχει ιδιαίτερη σημασία. Όχι για να αντικαταστήσουν οι πολίτες τις τεχνικές υπηρεσίες ή τους αιρετούς, αλλά για να μπορούν να επηρεάζουν ένα συγκεκριμένο τμήμα των δημόσιων επενδύσεων.

Αν μια συνέλευση γειτονίας μπορεί να συζητά τα πάντα αλλά να μην έχει την δυνατότητα να αποφασίζει για τίποτα, δεν έχουμε μεταφέρει εξουσία. Έχουμε δημιουργήσει μια καλύτερα οργανωμένη αίθουσα αναμονής.

Το κρίσιμο δεν είναι πάντα να υπάρχουν περισσότερα χρήματα, αλλά να κατανέμονται διαφορετικά τα ίδια χρήματα. Οι φτωχότερες περιοχές, με υποβαθμισμένα σχολεία, λιγότερο πράσινο και ανεπαρκείς κοινωνικές υπηρεσίες, δεν χρειάζονται απλώς ίση μεταχείριση. Χρειάζονται περισσότερους πόρους. Η ισότητα δεν είναι να μοιράζεις παντού τα ίδια, αλλά να δίνεις περισσότερα εκεί όπου οι ανάγκες είναι μεγαλύτερες.

Χρειάζεται και κάτι ακόμη: δικαίωμα σε αιτιολογημένη απάντηση. Μια συνέλευση γειτονιάς καταθέτει πρόταση. Η πρόταση αποκτά αριθμό υπόθεσης, διαβιβάζεται στην αρμόδια αρχή, ορίζεται υπεύθυνος και συγκεκριμένη προθεσμία απάντησης. Η απάντηση μπορεί να είναι αρνητική, αλλά πρέπει να είναι δημόσια και τεκμηριωμένη.

Το «όχι» με αιτιολογία είναι πιο δημοκρατικό από το «θα το εξετάσουμε» που εξαφανίζεται μέσα στη διοίκηση.

Χρειαζόμαστε λοιπόν τέσσερα πράγματα: 1)ανοικτά δεδομένα για το πού πηγαίνουν τα χρήματα, 2)πραγματική δυνατότητα επίδρασης στην κατανομή τους, 3)υποχρέωση απάντησης και 4)δημόσια παρακολούθηση του αποτελέσματος.

Η τεχνολογία μπορεί να τα υποστηρίξει. Δεν μπορεί να τα υποκαταστήσει.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να περιορίζεται στο δικαίωμα να επιλέγουμε ποιος θα αποφασίζει για εμάς. Πρέπει να σημαίνει και κάτι περισσότερο: ότι μπορούμε συλλογικά να επηρεάζουμε αποφάσεις, να αλλάζουμε προτεραιότητες και να ελέγχουμε πού πηγαίνει το δημόσιο χρήμα.

Μόνο τότε η συμμετοχή γίνεται δύναμη. Και μόνο τότε μπορεί να αρχίσει να επιστρέφει η εμπιστοσύνη.

—

Άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ – tanea.gr

Από admin

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.